κακοβάζω

κακοβάζω
1. μετ. ставить, класть, помещать что-л, плохо, нехорошо;
2. αμετ. думать о плохом, подозревать чтолибо плохое

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "κακοβάζω" в других словарях:

  • κακοβάζω — και κακοβάνω κακόβαλα, κακοβαλμένος 1. τοποθετώ κάτι σε κακή θέση: Τα έπιπλα του σαλονιού σου είναι κακοβαλμένα. 2. σχηματίζω υποψίες: Πάντα κακοβάζω, όταν δεν έρθεις στην ώρα σου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κακοβάζω — και κακοβάνω 1. τοποθετώ κάτι σε κακή θέση, αταίριαστα («κακοβαλμένο ρούχο») 2. βάζω κακό με τον νου μου, δυσπιστώ, υποπτεύομαι κάτι κακό («πάντα κακοβάζω, όταν αργείς να γυρίσεις σπίτι») …   Dictionary of Greek

  • κακ(ο)- — (AM κακ[ο] ) α συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής. Τα σύνθετα στα οποία εμφανίζεται είναι στο σύνολό τους σχεδόν προσδιοριστικού τύπου (δηλ. το α συνθετικό προσδιορίζει το β , πρβλ. κακο μούτσουνος, κακο ντυμένος) με… …   Dictionary of Greek

  • κακοβάνω — βλ. κακοβάζω …   Dictionary of Greek

  • κακόβαλμα — το [κακοβάζω] υπόνοια, υποψία …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»